Οι Μύθοι του Αισώπου

* O sittò



ο φιλάργυρος
που τον έκλεψαν










Ο μύθος μας διδάσκει ότι αν έχεις κάτι και δεν το χρησιμοποιείς, είναι σαν να μην το έχεις.
Ena siftò pùlise olo to rùkho-ttu, evòrase tosso crusafi ce to crìvise es ena topo ce ecì èvale puru tin fsikhì-ttu ce ta mialà-tu ce cai meri ìbbie ecì na to canonisi.

Ένας φιλάργυρος πούλησε όλα του τα υπάρχοντα, αγόρασε πολύ χρυσάφι και το έκρυψε σε ένα μέρος• εκεί είχε βάλει και την ψυχή και το μυαλό του, και κάθε μέρα πήγαινε να το βλέπει.

Ena, pu irte n’annorisi utto prama, pirte ce tu èbbiche to crusafi. Motti tuo en ìvriche pleo tìpoti, ncignase na clàfsi ce na sirtì ta maddhìa.

Κάποιος έμαθε γι’ αυτό, πήγε και του πήρε τον θησαυρό. Όταν εκείνος δεν βρήκε πια τίποτα, άρχισε να κλαίει και να τραβάει τα μαλλιά του.

Ena ton ide ce t’upe: “Min ecchida, mi clafsi: epu ikhe to crusafi vale ena lìsari ce came sia ca ene crusafi, ce cio pu ècanne sto crusafi sozi cai sto lisari, tosso motti ikhe to crusafi en ene ca ecanne tipoti ma cio!”.Κάποιος τον είδε και του είπε: «Μην ανησυχείς, μην κλαις• εκεί που ήταν ο χρυσός βάλε μια πέτρα και κάνε πως είναι χρυσός• κι ό,τι έκανες με τον χρυσό, κάνε το με την πέτρα, γιατί όσο είχες τον χρυσό, τίποτα δεν έκανες μ’ αυτόν!»